Αγνοούμενοι

Το ανθρωπιστικό πρόβλημα των αγνοουμένων εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο τραγικές συνέπειες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

 

Εκατοντάδες Ελληνοκύπριοι, στρατιώτες και άμαχοι, είτε συνελήφθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974, είτε εξαφανίστηκαν πολύ μετά τη λήξη των εχθροπραξιών σε περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού. Υπάρχουν, επίσης, μαρτυρίες για αριθμό Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, των οποίων τα ίχνη χάνονται στις φυλακές της Τουρκίας όπου μεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου.

 

Ως αποτέλεσμα των επίμονων προσπαθειών της Κυπριακής Κυβέρνησης και των συγγενών των αγνοουμένων και ύστερα από σχετικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, συστάθηκε το 1981, υπό την αιγίδα και με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Εθνών, η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ). Ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στην Επιτροπή κατέθεσε προς διερεύνηση τις υποθέσεις 1.493 Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων και ο Τουρκοκύπριος εκπρόσωπος 502 υποθέσεις Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων. Το 2007, κατατέθηκαν από τον Ελληνοκύπριο Εκπρόσωπο και 42 υποθέσεις Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων της περιόδου 1963-64, 126 άλλες υποθέσεις αγνοουμένων που δεν είχαν αρχικά κατατεθεί στη ΔΕΑ και 548 υποθέσεις Ελληνοκυπρίων πεσόντων που τάφηκαν σε χώρους στις κατεχόμενες περιοχές από τα κατοχικά στρατεύματα ή από Ελληνοκύπριους που εκτελούσαν διαταγές του τουρκικού στρατού.

 

Οι όροι εντολής της ΔΕΑ είναι η διερεύνηση και διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων της Κύπρου. Λόγω έλλειψης συνεργασίας από την τουρκική πλευρά, μέχρι το 2004 η ΔΕΑ δεν μπορούσε να αρχίσει τη διαδικασία διερεύνησης της τύχης των αγνοουμένων.

 

Τον Ιούλιο του 1997, ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης και ο τότε ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας Rauf Denktaş προχώρησαν, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, στη σύναψη κειμένου γνωστού ως η Συμφωνία για τους Αγνοουμένους της 31ης Ιουλίου 1997. Η Συμφωνία αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των συγγενών των αγνοουμένων να γνωρίζουν για την τύχη των αγαπημένων τους και προνοεί για ανταλλαγή πληροφοριών αναφορικά με τους τόπους ταφής και την επιστροφή των λειψάνων. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας για υλοποίηση των συμφωνηθέντων και στην περίπτωση αυτή η τουρκική πλευρά δεν συνεργάστηκε και δεν επιτεύχθηκε η επιθυμητή πρόοδος.

 

Το 2004, η ΔΕΑ επαναδραστηριοποιήθηκε και, στη συνέχεια, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών προχώρησε στον διορισμό εκπροσώπου στην Επιτροπή. Η επαναδραστηριοποίηση της ΔΕΑ είχε ως αποτέλεσμα τη συμφωνία σε ένα πρόγραμμα εκταφών, ταυτοποιήσεων και επιστροφής αναγνωρισμένων λειψάνων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Οι επιστημονικές διαδικασίες τόσο στον τομέα των εκταφών όσο και στον τομέα της αναγνώρισης λειψάνων πραγματοποιούνται από δικοινοτικές ομάδες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επιστημόνων, σε συνεργασία με τη μη κυβερνητική οργάνωση EAAF. Σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε η ΔΕΑ στις 20 Δεκεμβρίου 2013, «μέχρι σήμερα έχουν εκταφεί λείψανα που αντιστοιχούν σε περισσότερα από 1.000 άτομα, ενώ πάνω από 400 αγνοούμενοι έχουν ταυτοποιηθεί και τα λείψανα τους επιστράφηκαν στις οικογένειες για ταφή».

 

Η θέση της Κυπριακής Κυβέρνησης παραμένει σταθερή, ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων έχουν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν όλη την αλήθεια αναφορικά με την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων. Με την επιστροφή των λειψάνων στους συγγενείς για ταφή, ολοκληρώνεται μεν ένας κύκλος, παραμένουν δε τα αναπάντητα ερωτήματα για την τραγική κατάληξη.

 

Παρά τις προσπάθειες της ελληνοκυπριακής πλευράς, η επίλυση του προβλήματος των αγνοουμένων της Κύπρου δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την ουσιαστική συμβολή και συνεργασία της Τουρκίας, η οποία κατέχει τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία που απαιτούνται για διευκρίνιση της τύχης των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων. Μέχρι σήμερα η Τουρκία δεν έχει προβεί στη λήψη των αναγκαίων πολιτικών και ανθρωπιστικών αποφάσεων. Τουναντίον, συνεχίζει να διατηρεί άτεγκτη στάση και αρνείται να παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες.

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Δ’ Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας καταδίκασε την Τουρκία για 14 παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τρεις εκ των οποίων αφορούν το θέμα των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων. Συγκεκριμένα:

  1. Το Άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) αναφορικά με την αποτυχία των τουρκικών αρχών να διεξάγουν αποτελεσματική διερεύνηση για την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων, οι οποίοι εξαφανίστηκαν υπό συνθήκες κατά τις οποίες η ζωή τους βρισκόταν υπό απειλή.
  2. Το Άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), αναφορικά με την αποτυχία των τουρκικών αρχών να διεξάγουν αποτελεσματική διερεύνηση για την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων για τους οποίους υπάρχει αδιάσειστη μαρτυρία ότι κατά τη στιγμή της εξαφάνισης τους βρισκόντουσαν υπό αιχμαλωσία.
  3. Το Άρθρο 3 σχετικά με την απαγόρευση βάναυσης συμπεριφοράς, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, καθότι η σιωπή της Τουρκίας απέναντι στις πραγματικές ανησυχίες των συγγενών των αγνοουμένων, είναι τέτοιας μορφής που ισοδυναμεί με απάνθρωπη συμπεριφορά.

 

Η άρνηση της τουρκικής πλευράς να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΕΔΑΔ στην Δ’ Διακρατική προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας οδήγησε την Εξ Υπουργών Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία είναι επιφορτισμένη με την ευθύνη της επιτήρησης της εφαρμογής των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, στην υιοθέτηση Ενδιάμεσων Καταδικαστικών Ψηφισμάτων στις 7 Ιουνίου 2005 και στις 4 Απριλίου 2007. Τα Ψηφίσματα αυτά καλούν την Τουρκία, μεταξύ άλλων, να λάβει όλα εκείνα τα μέτρα που θα οδηγήσουν στην αποτελεσματική διερεύνηση της τύχης των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων, έτσι ώστε να τεθεί τέρμα σε αυτό το ανθρωπιστικό πρόβλημα. Ειδικότερα, αναφέρονται τα εξής:

  • Η Τουρκία να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της με στόχο την πλήρη συμμόρφωση της με την απόφαση του ΕΔΑΔ στην Δ’ Διακρατική Προσφυγή.
  • Υπογραμμίζεται το επείγον της εξασφάλισης ουσιαστικών αποτελεσμάτων στο θέμα της αποτελεσματικής διερεύνησης της τύχης των αγνοουμένων.
  • Αποφασίζεται η συνέχιση της επιτήρησης, από την Εξ Υπουργών Επιτροπή, της προόδου που επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα (στο πλαίσιο της ΔΕΑ), μέχρι την ανάληψη όλων των αναγκαίων μέτρων.